«Ο αποβροχάρης άνεμος μύριζε βρεγμένο χώμα και ξύλο. Ήταν μια από αυτές τις μέρες που νιώθεις ότι κάτι απρόβλεπτο πλανάται στον αέρα.

Ο Νίκος έφτασε στο σπίτι του Σιμωνίδη περπατώντας, με τα χέρια στις τσέπες και το βλέμμα χαμένο στα σύννεφα που πύκνωναν.

Μπαίνοντας, τον τύλιξε η γνώριμη μυρωδιά καμένου ξύλου. Αλλά υπήρχε και κάτι άλλο – μια υπόνοια καπνού, κάτι αδιόρατο στην ατμόσφαιρα του σαλονιού.

Ο Σιμωνίδης στεκόταν μπροστά στο τζάκι, ανακατεύοντας με μια μεταλλική βέργα τα ξύλα που ήδη καίγονταν.
Μόλις σήκωσε το βλέμμα του, ο Νίκος κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε, αφήνοντας το μπουφάν του στην καρέκλα.

«Για κάποιο λόγο δεν τραβάει καλά σήμερα η καμινάδα» απάντησε ο δάσκαλος, προσπαθώντας να συγκρατήσει έναν βήχα. «Ο καπνός αντί να βγει έξω, επιστρέφει μέσα στο σπίτι. Ίσως φταίει η υγρασία, τα ξύλα που είναι ακόμη υγρά, ίσως ο αέρας που είναι πιο δυνατός…»

Ο Νίκος ένιωσε τον λαιμό του να γδέρνεται ελαφρά από τη μυρωδιά του καπνού. Κοίταξε έξω από το παράθυρο: ο άνεμος δυνάμωνε, κάνοντας τα γυμνά κλαδιά να χορεύουν σαν τρελά.

«Δεν θα κάτσουμε εδώ να καπνιστούμε σαν λουκάνικα. Πάμε στο καφενείο του χωριού; Λίγος φρέσκος αέρας θα μας κάνει καλό. Και ποιος ξέρει, ίσως εκεί να βρούμε και λίγη έμπνευση για το επόμενό μας θέμα».

Ο Νίκος χαμογέλασε, αλλά ένιωθε κι εκείνος αυτή την περίεργη αίσθηση. Το ένα πράγμα έφερνε το άλλο. Ένα “ασήμαντο” πρόβλημα με το τζάκι ήταν η αφορμή για να βγουν από τη ρουτίνα τους.

«Σαν να μας τραβάει κάτι έξω σήμερα» μουρμούρισε, παίρνοντας το κασκόλ του.

Ο Σιμωνίδης τον κοίταξε για μια στιγμή με εκείνο το αδιόρατο χαμόγελο που σε κάνει να αναρωτιέσαι τι μπορεί να σκέφτεται.

«Ίσως» είπε μόνο. Ο αέρας έξω είχε αγριέψει. Καθώς οι δυο τους κατέβαιναν το στενό σοκάκι προς το καφενείο, ο άνεμος σήκωνε φύλλα και χαρτιά που στριφογύριζαν σαν μικροί ανεμοστρόβιλοι. Ένα παλιό παντζούρι χτυπούσε ρυθμικά σε ένα παράθυρο, με έναν ήχο που έσπαγε τη σιωπή του πρωινού.

«Παράξενος καιρός για την εποχή» σχολίασε ο Νίκος, σφίγγοντας το κασκόλ γύρω από τον λαιμό του.

«Μέχρι χτες ήταν λιακάδα, και τώρα…»

«Καλώς ήρθες στην τέχνη του απρόβλεπτου. Μερικές φορές, ένα ασήμαντο ρεύμα αέρα κάπου μακριά αρκεί για να αλλάξει ολόκληρη τη διάθεση του ουρανού εδώ».

Ο Νίκος τον κοίταξε λοξά. «Το λες σαν να έχεις κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό σου».

Ο δάσκαλος δεν απάντησε αμέσως. Απλώς έδειξε με το βλέμμα το καμπαναριό της εκκλησίας που κλυδωνιζόταν ελαφρά από τον άνεμο.

«Θα τα πούμε στο καφενείο» είπε τελικά.

Το καφενείο έμοιαζε βγαλμένο από άλλη εποχή: ξύλινα τραπέζια με γδαρσίματα, παλιά κάδρα στους τοίχους και η μυρωδιά του καφέ να μπλέκεται με αυτήν του τζακιού που έκαιγε δυνατά στη γωνία. Ο λιγοστός κόσμος μέσα κουβέντιαζε χαμηλόφωνα, σαν να φοβόταν να ταράξει την ατμόσφαιρα. Κάθισαν σε ένα τραπέζι κοντά στο παράθυρο. Έξω, οι σταγόνες της βροχής είχαν αρχίσει να χτυπούν το τζάμι ακανόνιστα – δυνατά, ύστερα σιγανά, μετά ξανά δυνατά.

Ο Σιμωνίδης άφησε το παλτό του στην καρέκλα και έβγαλε ένα μικρό σημειωματάριο που είχε μαζί του.

«Ξέρεις» είπε καθώς ο καφετζής τούς έφερνε τα φλιτζάνια «είναι παράξενο πώς ένα μικρό πράγμα μπορεί να πυροδοτήσει μια αλυσίδα γεγονότων. Ένα μπλοκαρισμένο τζάκι. Ένας άνεμος που αλλάζει κατεύθυνση. Μια ξαφνική μπόρα. Και εμείς βρισκόμαστε εδώ, σε αυτό το τραπέζι τώρα. Μπορείς να πεις ότι ήταν όλα τυχαία; Ή μήπως ήταν αναπόφευκτο;»

Ο Νίκος παρατηρούσε τη βροχή που είχε αρχίσει να δυναμώνει. Σταγόνες γλιστρούσαν στο τζάμι, σχηματίζοντας ακανόνιστα μοτίβα.

«Σαν να είμαστε κομμάτι ενός παιχνιδιού που οι επόμενες σκηνές είναι ήδη γραμμένες ή μήπως βρισκόμαστε απλώς μέσα σε ένα χάος που προσπαθεί να βρει ισορροπία;» είπε σιγανά.

Ο Σιμωνίδης χαμογέλασε. «Μάλλον ήρθε η ώρα να σου μιλήσω για τον κόσμο όπου η παραμικρή αλλαγή στις συνθήκες, μπορεί να οδηγήσει σε εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα. Τον κόσμο της θεωρίας του Χάους».

Ο αέρας στο καφενείο μύριζε έντονα φρεσκοψημένο ελληνικό καφέ.

Ο καφετζής, ένας γεροδεμένος άντρας με μουστάκι και ποδιά, στεκόταν σκυμμένος πάνω από το μπρίκι καθώς ο καφές άρχιζε να φουσκώνει επικίνδυνα.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χρήστου Κυριακίδη, «Το Μήλο, η Πεταλούδα, και ο καθηγητής Σιμωνίδης»