Η τέχνη της Φρίντα Κάλο απορρέει από δύο πηγές: την ακόρεστη περιέργειά της απέναντι στην ύλη και το έμφυτο ταλέντο της να επινοεί υπερδομές και να δημιουργεί συνθέσεις.

Παρότι τα φυσικά στοιχεία διερευνώνται και αναπαράγονται σχολαστικά, η βασική ιδέα της σύνθεσης είναι μια γενική αναδιάταξη της φύσης, η μη τήρηση των στερημένων από φαντασία νόμων της.

Δεν είναι να απορεί κανείς που ο [Πίτερ] Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος, ο [Ματίας] Γκρίνεβαλντ και ο [Ιερώνυμος] Μπος συγκαταλέγονται στους αγαπημένους της ζωγράφους.

Παρ’ όλο που οι σουρεαλιστές ισχυρίζονται ότι το έργο της είναι σουρεαλιστικό, η Φρίντα διαφωνεί και για ιδεολογικούς λόγους και εξαιτίας του νοήματος του έργου της.

Δεν έχει καμία σχέση με τον [Σαλβαδόρ] Νταλί, με τον [Κουρτ] Σέλιγκμαν ή με οποιονδήποτε άλλον από τους ζωγράφους που υποστηρίζουν πως ο Μπος είναι ο προάγγελός τους.

Θαυμάζει, για διαφορετικούς λόγους τον καθένα, τον Πιέρο ντέλα Φραντσέσκα, τον [Πάολο] Ουτσέλο, τον Κλουέ και τον [Πιερ-Ογκίστ] Ρενουάρ, καθώς και άλλους που συγγενεύουν με το έργο της, όπως τον [Γουίλιαμ] Μπλέικ, τον [Πάουλ] Κλέε και τον Μαρσέλ Ντισάν.

Από γυναίκες ζωγράφους, τη μόνη που βρίσκει ενδιαφέρουσα είναι η Λεονόρα Κάρινγκτον [sic].

«Υπάρχει κάποιος ζωγράφος που να σε έχει επηρεάσει;»

«Δεν νομίζω. Ο μόνος που μου έχει διδάξει πράγματα για τη ζωγραφική είναι ο Ντιέγκο, χωρίς ποτέ να μου βάζει ιδέες στο κεφάλι ή να μου λέει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνω. Γιατί, νομίζω, είμαστε διαφορετικοί».

Η Φρίντα είναι τοιχογράφος αλλά και αντι-τοιχογράφος.

Άλλωστε, η ζωγραφική της ποτέ δεν θύμισε κανέναν άλλον ζωγράφο, ή σχεδόν κανέναν, από τότε που άρχισε να ζωγραφίζει στα δεκαεπτά της χρόνια, μην έχοντας κάποιο υπόβαθρο ή σχετική εκπαίδευση, μόνο και μόνο επειδή βρήκε σε μια γωνιά ένα κουτί λαδομπογιές του πατέρα της.

Εξοικειώθηκε με τα ρετάμπλο, που πολλοί θεωρούν ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο για τις κατοπινές της συνθέσεις, αφότου προηγουμένως είχε ήδη καταφέρει να κάνει τα δικά της θαύματα, συνδυάζοντας τα μεξικανικά χρώματα με μια ναΐφ μαγεία.

Χωρίς να το έχει προσχεδιάσει, οι πίνακές της είναι γεμάτοι ένταση・ σε τέτοιον βαθμό, μάλιστα, που καταφέρνουν μερικές φορές να αποτρέψουν την κατάρρευση ακόμα και των πιο σαθρών κατασκευών, και σχεδόν σε όλους τους υπάρχει και κάποιο ποιητικό σύμβολο, διακριτικά απομονωμένο, όπως στους καμβάδες τόσο του [Μαρκ] Σαγκάλ όσο και του [Ρουφίνο] Ταμάγιο.

Δίπλα σε ένα συνονθύλευμα από πουλιά καρδινάλιους και λάιμ, όπου προσγειώνονται αράχνες και διάφορα άλλα ορεσίβια έντομα, ένα μικρό περιστέρι ή κάποιο κοτοπουλάκι εμφανίζεται, για να απελευθερωθεί, χάρη στην αγνότητά του, από κάτι που το βασανίζει, έτσι που είναι ακίνδυνο και ανυπεράσπιστο.

Η ζωή αυτής της καλλιτέχνιδας εκτυλίσσεται με μικρά άλματα, σαν πλάκες που τις φωτίζει ένα φλογερό φως. Αφιερώνει με πάθος χρόνο στην κάθε στιγμή και στο καθετί, σαν κάτι το παροδικό να είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο. Ούτε η ελπίδα την απασχολεί ούτε η μνήμη την τροφοδοτεί.

«Μα, δεν έχεις απομνημονεύσει ούτε ένα ποίημα; Ή έστω μια πρόταση; »

«Τίποτα. Αγαπημένος μου ποιητής είναι ο [Κάρλος] Πελισέρ. Θαυμάζω, επίσης, την Πίτα Αμόρ. Ενώ από ξένους, τον [Γουόλτ] Γουίτμαν. Δεν έχω αποστηθίσει τίποτα, όμως・ ούτε καν τον εθνικό ύμνο».

Η Φρίντα Κάλο γράφει κιόλας.

Παράξενα πράγματα, γεμάτα μυστήριο, πλαισιώνουν τα πρόσωπα και τις φωνές που εμφανίζονται στην άλλη πλευρά ενός ανοιχτού παραθύρου και μετά εξαφανίζονται. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, η πρωταγωνίστρια –σχεδόν πάντα μια γυναίκα– παραμένει στο κέντρο των πραγμάτων που απουσιάζουν, εκείνων που θα μπορούσαν να συνιστούσαν μια πραγματικότητα, όλων όσων δεν είναι όνειρο –αφού η Φρίντα δεν ονειρεύεται ποτέ, αλλά αυτό είναι καλύτερο από όνειρο, γιατί μπορείς να το τακτοποιήσεις και να το ντύσεις με χρώματα.

Όλα αυτά είναι καταγεγραμμένα στο ημερολόγιό της, αποπνέοντας διαφορετικά κάθε φορά συναισθήματα, με σχεδόν κατακόρυφη γραφή, με κλειστά φωνήεντα κι ακανόνιστα ύψη._

Απόσπασμα από το βιβλίο «Η Τελευταία Συνέντευξη: Φρίντα Κάλο»