Έχεις σκεφτεί πόσο αγχογόνο είναι να αναζητάς την επιβεβαίωση των άλλων;
Έχεις σκεφτεί πόσο σε στρεσάρει μία μόνιμη αναμονή, ένα μόνιμο standby;
Μία μόνιμη αναμονή για αναγνώριση.
Μιας αναγνώρισης που εσύ τη δίνεις αβίαστα και πάντα συγκρίνεις όσα κάνεις και όλα όσα θα έκανες στη θέση των άλλων ή εκείνοι στη δική σου.

Πόσο αγχογόνο… Πόσο καταπιεστικό…

Το να ζεις μόνιμα σε μια αναζήτηση ενός μπράβο, σε μια αναζήτηση ενός θετικού σχολίου, που ποτέ δεν έμαθες να δίνεις όμως εσύ πρώτα στον εαυτό σου.

Να ψάχνεις το επόμενο βήμα, την επόμενη αφορμή για να λάβεις μια ενθαρρυντική υποστήριξη, μία επιβεβαίωση την οποία πάλι εσύ δεν δίνεις ή μάλλον δεν έμαθες να δωρίζεις στον εαυτό σου.

Σκέψου όμως πόσο πιεστικό είναι για τον ψυχισμό σου να βρίσκεσαι σε ένα αέναο κυνήγι αναγνώρισης. Μιας αναγνώρισης που, εφόσον όμως εσύ δεν πιστεύεις σε εσένα, πάντα θα την ακυρώνεις με ένα «αλλά», με ένα «μήπως», με ένα «και αν».

Και κάπου εκεί εσύ…Να πλανάσαι σε ένα ατελείωτο κυνήγι του χρόνου, σε ένα ατελείωτο κυνήγι επιλεκτικής προσοχής. Και κάπου εκεί εσύ…Να καταβάλλεις όλες σου τις δυνάμεις γι’ αυτό το μπράβο, να προσπαθείς με κάθε τρόπο να τα καταφέρεις, να επιδιώκεις να γίνεις αποδεκτός.

Και όταν δεν θα συμβαίνει, να πλημμυρίζεις από θυμό, παράπονο και από πόνο. Γεμάτος με άγχος και τον φόβο της απόρριψης, της μοναξιάς και της απώλειας.

Και κάπου εκεί εσύ…Να παλεύεις να αντέξεις μέχρι να ακούσεις τα λόγια που θέλεις ή μέχρι να σε κάνουν να αισθανθείς σημαντικός.

Όμως…

Μην προσπαθείς να χωρέσεις στη ζωή σου.

Μην προσπαθείς να γίνεις μικρός εσύ, για να ψηλώσει ο άλλος.

Εξάλλου…

Πώς είναι δυνατόν να πιστέψεις κάποιον, αν δεν πιστεύεις εσύ εσένα;

Πώς θα μπορέσεις να αγαπήσεις κάποιον, όταν δεν έχεις μάθει να αγαπάς εσένα;

Πώς θα δεχθείς να αγαπηθείς από κάποιον όταν δεν σε αγαπάς;

Ή να εμπιστευτείς κάποιον όταν δεν εμπιστεύεσαι εσένα;

Πώς είναι δυνατόν να μην αμφισβητήσεις τους άλλους, όταν έχεις μάθει να αμφισβητείς εσένα;

Συχνά το επίκεντρο πολλών συνεδριών είναι οι γονείς μας και το οικογενειακό περιβάλλον όπου μεγαλώσαμε, στο οποίο δημιουργήθηκαν οι συνήθειες, οι συμπεριφορές μας και μέσα στο οποίο εκπαιδευτήκαμε.

Οι υπερασπιστές της θεωρίας της προσκόλλησης (Bowlby, 1973) διατύπωναν την άποψη ότι όσο οι γονείς λειτουργούν ως φροντιστές, τόσο ενισχύεται η πεποίθηση του παιδιού ότι αξίζει να αγαπηθεί, ενώ παράλληλα τονώνεται η αυτοεκτίμησή του, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια θετική εικόνα του εαυτού του και των άλλων.

Στην αντίθετη περίπτωση, η γονεϊκή απόρριψη, η συνεχής και έντονη κριτική, ο μόνιμα ανικανοποίητος γονέας δημιουργούν αρνητικά πρότυπα συμπεριφοράς για το παιδί και στοιχεία προσωπικότητας όπως η διστακτικότητα, η καχυποψία, η δυσπιστία, η ανασφάλεια ή η πεποίθηση πως θα απορριφθεί.

Παρατηρείται η ανάγκη του να επιβεβαιώνεται μέσα από τους άλλους ή μέσα από τα μάτια των άλλων και συχνά η παραμονή του σε σχέσεις που σε άλλες περιπτώσεις θα συμβούλευε να τις τελειώσουν. Ακόμη, διακρίνεται ο φόβος λήψης αποφάσεων και ο φόβος της μοναξιάς, της απώλειας και της εγκατάλειψης.

Μεγαλώνουμε με έντονη επιθυμία να γίνουμε αποδεκτοί, για κάποιους ανθρώπους όμως υιοθετείται ως στοιχείο της ταυτότητάς τους και αιτία για να αγωνιούν να την κατακτήσουν στις οικογένειες που μεγάλωσαν, και μετέπειτα στο φιλικό περιβάλλον, στις ερωτικές σχέσεις.

Η ανάγκη του να είμαστε αποδεκτοί είναι μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη, που δεν μπορεί όμως να γίνεται αυτοσκοπός, αν εμείς οι ίδιοι δεν τη χαρίζουμε απλόχερα στον εαυτό μας.

Κανένας δεν μπορεί να νιώσει αποδεκτός από τους άλλους αν δεν αποδεχθεί πρώτα τον ίδιο του τον εαυτό.

Αν δεν σταματήσει να φοβάται τη σκοτεινή του πλευρά ή αν δεν τερματίσει την σύγκριση του εαυτού του με τους άλλους. Αν δεν σταματήσει να επικεντρώνεται σε όσα δεν καταφέρνει, σε όσα δεν έχει, και αν δεν παύσει να εστιάζει στα αρνητικά του στοιχεία.

Αναζητώντας μόνιμα την αποδοχή από τους άλλους, παύουμε να την προσφέρουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας και βιώνουμε πιο έντονα συναισθήματα αποδοκιμασίας, όπως θλίψη, απογοήτευση ή απόρριψη.

Επαναφέρουμε στη μνήμη μας στιγμές και σχέσεις όπου εγκαταλειφθήκαμε, ακόμα και αν δεν ήταν εγκατάλειψη αλλά ένας χωρισμός. Εστιάζουμε στις συνεντεύξεις όπου αποτύχαμε, θεωρώντας ότι δεν αξίζαμε την θέση. Γιατί στα δικά μας μάτια πάντα θα θεωρούμε κάποιον καλύτερο, περισσότερο όμορφο, πιο έξυπνο ή πιο ικανό.

Υιοθετώντας όμως τελικά αυτή τη στάση ζωής, το μόνο που επιτυγχάνουμε είναι να θεωρούμε δεδομένη –ή μάλλον καλύτερα να περιμένουμε– την απόρριψή μας, την αποτυχία μας. Και όταν κάποια στιγμή τη βιώνουμε, να τη θεωρούμε φυσική ακολουθία και αναμενόμενη.

Μία στάση που πάντα μας πληγώνει, μας προκαλεί χάος και πλήττει την αυτοεικόνα μας, χωρίς να σκεφτόμαστε ότι ακόμα και η αποτυχία ή η απόρριψη είναι ένα κομμάτι της ζωής.

Η αλήθεια είναι ότι τους γονείς μας δεν μπορούμε να τους αλλάξουμε. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο που μας μεγάλωσαν.

Τις περισσότερες φορές δεν μπορούμε να αλλάξουμε τις συνήθειές τους, τον τρόπο με τον οποίο τους μεγάλωσαν οι δικοί τους γονείς ή τον τρόπο που σκέφτονται.

Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε ούτε τους γύρω μας, αν και εκείνοι δεν το προσπαθήσουν ή δεν το επιλέξουν, όμως μπορούμε να αλλάξουμε εμάς._

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ποιος αξίζει το άγχος μου;» της Έλενας Σολταρίδου.