Άρθρο, Συνέντευξη

Στέλλα Κάσδαγλη – Μαριάννα Σκυλακάκη: Στο Marie Claire για τις «Μικρές επικίνδυνες»

Η Στέλλα Κάσδαγλη από τις Women On Top και η Μαριάννα Σκυλακάκη από την αθηΝΕΑ, μίλησαν για το βιβλίο «Μικρές Επικίνδυνες» στη Γεωργία Καρκάνη και το Marie Claire.

 

Πριν από μερικούς μήνες βρέθηκα σε μια συζήτηση ανάμεσα σε παιδιά στην εφηβεία που, μέσα στην ασφάλεια της ανωνυμίας και μιας ομάδας ενήλικων συντονιστών που εμπιστεύονταν, μοιράστηκαν προσωπικές εμπειρίες και σκέψεις, ανοίγοντας έτσι ένα μικρό παράθυρο σε μια ηλικία και μια γενιά την οποία αγωνιζόμαστε, ως γονείς, εκπαιδευτικοί ή από οποιονδήποτε άλλο ρόλο, να κατανοήσουμε, να ξεχωρίσουμε ανάμεσα στα στερεότυπα, τους μύθους, τους αφορισμούς. Μόνο με αυτή την αληθινά αποκαλυπτική εμπειρία, που ακόμα κρατάω ζωντανή στη μνήμη μου, μπορώ να παρομοιάσω την ανάγνωση του νέου βιβλίου «Μικρές επικίνδυνες. 100 ιστορίες από 100 γενναία κορίτσια» (εκδ. Key Books), ένα συλλογικό έργο που έρχεται σε συνέχεια του «Είμαι επικίνδυνη. 100 γυναίκες – 100 μοναδικές ιστορίες – 100 επικίνδυνες μαρτυρίες», σε ιδέα και επιμέλεια των αθηΝΕΑ, Women on Top και Women Act.
Αυτή τη φορά, εκατό κορίτσια και νέες γυναίκες 13-22 ετών μοιράστηκαν τις ιστορίες τους χωρίς φόβο, σε μια συλλογή μαρτυριών ακαταμάχητης αμεσότητας και ποικιλομορφίας, μια καλειδοσκοπική ματιά στην αλήθεια του να μεγαλώνεις ως κορίτσι στη σύγχρονη Ελλάδα, που απομυθοποιεί, ξαφνιάζει, συγκινεί, μετακινεί και εμπνέει, νομίζω, αναγνώστες κάθε ηλικίας και φύλου. Και που δίνει αισιοδοξία αφού, όπως το θέτει στο επίμετρο η Φωτεινή Τσαλίκογλου, συγγραφέας και καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο: «Η βίβλος της νέας γενιάς έχει το χρώμα της ελπίδας». Ποιο είναι αυτό το χρώμα; Τη δική τους απάντηση δίνουν, σε αυτό και σε άλλα ερωτήματα, οι επιμελήτριες Μαριάννα Σκυλακάκη (αθηΝΕΑ) και Στέλλα Κάσδαγλη (Women on Top) στο Marie Claire.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα για τις «Μικρές επικίνδυνες»; Γιατί επιλέξατε να συγκεντρώσετε συγκεκριμένα 100 ιστορίες και να εστιάσετε στο ηλικιακό φάσμα 13-22 ετών;
Στέλλα Κάσδαγλη: «Μετά την απήχηση που είχε το “Είμαι επικίνδυνη”, ένα βιβλίο που επικεντρώθηκε στις εμπειρίες ενήλικων γυναικών, θεωρήσαμε ότι υπάρχει χώρος και ανάγκη να ακούσουμε τις φωνές έφηβων και μετέφηβων κοριτσιών, που σπάνια συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο και σπάνια έχουν την ευκαιρία να μοιραστούν τις εμπειρίες, τους φόβους, τα όνειρα και τις ανάγκες τους. Κρατήσαμε τον αριθμό 100 γιατί δεν θέλαμε το βιβλίο αυτό να γίνει ένα αποθετήριο ”ιδιαίτερων” ή “σπάνιων” ιστοριών. Θέλαμε να δημιουργήσει έναν όγκο αφήγησης που, ακόμα και αν δεν είναι, ερευνητικά, απόλυτα αντιπροσωπευτικός της ελληνικής κοινωνίας, παρουσιάζει παρ’ όλα αυτά αρκετή ποικιλομορφία ώστε να αφορά την καθεμία από εμάς και την οικογένεια ή το περιβάλλον της».
Κατά τη συγγραφή του βιβλίου είχατε στο μυαλό σας μια συγκεκριμένη εικόνα αναγνώστη; Ότι, ας πούμε, θα απευθυνόταν κυρίως σε εφήβους ή στους γονείς τους;
Σ.Κ.: «Είχαμε πολλές, διαφορετικές εικόνες συγκεκριμένων αναγνωστών και αναγνωστριών. Πιστεύουμε ότι χρειάζεται και θέλουμε το βιβλίο αυτό να διαβαστεί από κορίτσια και αγόρια, μπαμπάδες και μαμάδες, θείους και γιαγιάδες, εκπαιδευτικούς, πολιτικούς και όποιο άλλο άτομο θέλει να γνωρίσει λίγο καλύτερα τη νέα γενιά κοριτσιών που σε λίγα χρόνια θα κληθούν να συμμετάσχουν ενεργά στη διαμόρφωση της κοινωνίας μας – αν δεν το κάνουν ήδη!».
Μαριάννα Σκυλακάκη: «Πολλοί, διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι μπορούν να διαβάσουν το βιβλίο μας και να πάρουν άλλα πράγματα ο καθένας και η καθεμιά απ’ αυτό. Πιστεύω ότι αυτή είναι και η ομορφιά του. Προσπαθήσαμε να μείνουμε όσο το δυνατόν πιο πιστές στην αλήθεια των 100 κοριτσιών – στη γλώσσα τους, στα ενδιαφέροντά τους, στις ιστορίες που μοιράστηκαν μαζί μας. Το αποτύπωμα αυτής της διαδικασίας είναι το περιεχόμενο του βιβλίου μας. Οδηγός μας ήταν αυτό και λιγότερο η σκέψη του πώς θα απευθυνθούμε σε συγκεκριμένα κοινά».
Όλες οι μαρτυρίες των νέων γυναικών και κοριτσιών δόθηκαν προφορικά ή υπήρξαν και γραπτές; Ως επί το πλείστον οι αφηγήτριες ήταν πρόθυμες να ανοιχτούν; Πώς θα σχολιάζατε το στερεότυπο του εσωστρεφούς εφήβου -ή τουλάχιστον της εσωστρεφούς έφηβης- μετά την εμπειρία σας από το βιβλίο;
Σ.Κ.: «Όλες οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν προφορικά και στη συνέχεια μεταγράφηκαν, γιατί θέλαμε να αποφύγουμε να μπουν τα κορίτσια στο καλούπι που συχνά μας βάζει –στα μαθητικά και φοιτητικά μας χρόνια– ο γραπτός λόγος. Στη μεταγραφή, βάλαμε τα δυνατά μας να διατηρήσουμε τη φωνή, το ύφος, τον αυθορμητισμό των κοριτσιών που μας έκαναν την τιμή να μοιραστούν τις ιστορίες τους μαζί μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα κορίτσια –όπως και οι περισσότεροι και οι περισσότερες από εμάς– χρειάζονται χρόνο, εμπιστοσύνη, υπομονή και ενεργητική ακρόαση για να νιώσουν άνετα και να ανοιχτούν. Και σε καμία περίπτωση δεν θεωρούμε ότι στη μία ή τις δύο ώρες μιας συνέντευξης μας τα είπαν όλα. Μας είπαν, όμως, αρκετά, τα οποία δεν ακούμε ούτε διαβάζουμε αλλού, κι αυτό είναι ένα σημαντικό εργαλείο για εμάς, που θέλαμε να τις καταλάβουμε ως άτομα αλλά και ευρύτερα, ως μια ολόκληρη γενιά».
Μ.Σ.: «Θα συμπλήρωνα ότι το στερεότυπο της εσωστρεφούς έφηβης μάλλον καταρρίπτεται από την εμπειρία μας, ωστόσο πρέπει να θυμόμαστε ότι τα κορίτσια που επέλεξαν να μας μιλήσουν μόνο και μόνο με αυτή τους την απόφαση επιδεικνύουν μια εξωστρέφεια που καθιστά το δείγμα μη αντιπροσωπευτικό! Νομίζω πάντως ότι, σε κάθε ηλικία, οι άνθρωποι θέλουν χώρο να πουν τις δικές τους ιστορίες, ακόμη κι αν δεν το συνειδητοποιούν. Και αυτή η απλή πράξη –το να είναι κάποιος διατεθειμένος να ακούσει– είναι από μόνη της αρκετή για να ξεκλειδώσει ανθρώπους που υπό άλλες συνθήκες δεν θα ήταν πρόθυμοι να ανοιχτούν».
Προσωπικά, με ξάφνιασε το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις αφηγήσεις του βιβλίου, επιβιώνουν μέχρι σήμερα τόσο πολλά και τόσο παρωχημένα σεξιστικά στερεότυπα. Εσάς τι σας προκάλεσε τη μεγαλύτερη έκπληξη στη διάρκεια της συγκέντρωσης του υλικού του βιβλίου;
Σ.Κ.: «Το πόσο συγκεκριμένα και συγκροτημένα είναι τα κορίτσια όταν κάνουν κριτική στους θεσμούς – τους γονείς τους, το σχολείο τους, τα media. Το πόσο πιο άνετα από εμάς μιλούν για θέματα ψυχικής υγείας. Και, από την αρνητική πλευρά, το πόσο ο φόβος της βίας τις επηρεάζει, λίγο πολύ, όλες».
Μ.Σ.: «Με εξέπληξε κι εμένα θετικά το πόσο πιο “δουλεμένα” είναι τα κορίτσια, αλλά και το γεγονός ότι έχουν αναπτύξει μια κοινωνική συνείδηση που έμοιαζε να έχει εκλείψει στη δική μου γενιά, που ενηλικιώθηκε προ κρίσης. Βέβαια, καθώς μιλάνε πιο ανοιχτά για τις δυσκολίες που βιώνουν, μου φάνηκαν επίσης πιο προβληματισμένα. Ως συνειδητοποιημένα άτομα, ίσως επιβαρύνονται από τις δυσκολίες της ζωής νωρίτερα κι αυτό έχει ένα κόστος. Ωστόσο, αυτή η συνειδητότητά τους με έκανε να νιώσω ότι είναι μια γενιά που μπορεί να αλλάξει πολλά πράγματα προς το καλύτερο».
Κάποιες αφηγήτριες μοιράζονται ιδιαίτερες προσωπικές δυσκολίες, ακόμα και διατροφικές διαταραχές. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου νιώσατε την επιθυμία για μια προσωπική παρέμβαση ή έστω ενός follow-up; Πού αρχίζει και πού τελειώνει η ευθύνη ενός συγγραφέα;
Σ.Κ.: «Ναι, υπήρξαν αρκετές τέτοιες περιπτώσεις. Και σε πολλές από αυτές νιώσαμε ότι η ίδια η συζήτηση που είχαμε με τα κορίτσια αποτελούσε μια εμπειρία, αν όχι θεραπευτική, τουλάχιστον προσωπικής ανάπτυξης για εμάς και για τις ίδιες. Για όλες μας το όριο ήταν σαφές: ήμασταν εκεί ως ακροάτριες για τα κορίτσια και ως αγωγοί για τις ιστορίες τους – όχι σαν γονείς, ούτε σαν θεραπεύτριες, ούτε σαν κοινωνιολόγοι. Και αυτό που μας εντυπωσίασε, νομίζω, όλες, ήταν το πόση δύναμη και σοφία έκρυβαν όλες οι έφηβες, ακόμα και μέσα στις δυσκολίες που είχαν να αντιμετωπίσουν. Με τα εφόδια αυτά και με την υποστήριξη της οικογένειας και των κοινοτήτων που τις περιβάλλουν είμαστε σίγουρες ότι θα διανύσουν τη δική τους διαδρομή εξέλιξης, με τον καλύτερο τρόπο».
«Η βίβλος της νέας γενιάς έχει το χρώμα της ελπίδας» γράφει η Φωτεινή Τσαλίκογλου στο επίμετρο. Μέσα από αυτό το βιβλίο τι δίνει στην καθεμία σας περισσότερη ελπίδα και τι μεγαλύτερο φόβο για το αύριο;
Μ.Σ.: «Έχει το χρώμα της ελπίδας γιατί τα κορίτσια αυτά, μέσα από δυσκολίες και προκλήσεις, μοιάζει να πατούν γερά τα πόδια τους στη γη αλλά να μπορούν, παράλληλα, να φανταστούν έναν καλύτερο κόσμο. Παρά το γεγονός ότι παρατηρούν την πραγματικότητα με οξυδέρκεια και εντοπίζουν αδικίες, παράλογα και παράδοξα, στις σελίδες του βιβλίου μας δεν υπάρχει κυνισμός ή αποστασιοποίηση. Και δεν υπάρχει, επίσης, φαταλισμός. Ναι, η ζωή δεν είναι εύκολη και τα 100 κορίτσια του βιβλίου φαίνεται να το κατάλαβαν αυτό από νωρίς. Όμως αυτό δεν τα κάνει να το βάζουν κάτω. Από την άλλη μεριά, εκεί εντοπίζεται και ο μεγαλύτερός μου φόβος για το αύριο: το ότι, παρά το γεγονός ότι μιλάμε πιο ανοιχτά παρά ποτέ για τις συστημικές αδικίες στην κοινωνία μας, υπάρχει και μια μεγάλη αντίδραση σε όλη αυτή τη συζήτηση, που μπορεί, τελικά, να την καταπιεί».
Έχετε σκεφτεί να υπάρξει συνέχεια μετά τις «Μικρές επικίνδυνες»; Ίσως ένα βιβλίο με αφηγήσεις νέων αγοριών;
Σ.Κ.: «Νεαρά αγόρια, μεγαλύτερες γυναίκες, γυναίκες με αναπηρία, μετανάστριες, ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, άνδρες… είναι τόσες οι ιστορίες που χρειάζεται να ακούγονται. Δεν θα τις γράψουμε όλες εμείς, αλλά μπορεί στο μέλλον να μεταφέρουμε κάποιες ακόμα!».
Μ.Σ.: «Όσο υπάρχουν ιστορίες που αξίζει να ειπωθούν θα υπάρχουν ευκαιρίες να συνεχίσουμε. Είτε εμείς οι ίδιες είτε δίνοντας στη σκυτάλη σε άλλες ομάδες στο μέλλον».

 

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο marieclaire.gr

 

Βρείτε το βιβλίο «Μικρές Επικίνδυνες» εδώ.

Αφήστε μια απάντηση