Το τραγούδι έχει μια ιδιότητα σχεδόν μαγική.

Λειτουργεί μέσα μας θεραπευτικά, ακόμη κι όταν δεν το συνειδητοποιούμε. Δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά αλλάζει τη στάση μας απέναντι σε αυτό. Δεν διώχνει τον πόνο, αλλά τον μαλακώνει, και κάποιες φορές τον μεταμορφώνει. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο όταν τραγουδάμε για τον εαυτό μας, αλλά και όταν τραγουδάμε για τους άλλους. Ένα νανούρισμα σε ένα μωρό. Ένα τραγούδι σε έναν άρρωστο. Ένα τραγούδι αποχαιρετισμού. Η φωνή γίνεται χάδι. Φροντίδα. Παρουσία. Στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής, οι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν απαραίτητα λόγια, συχνά τραγουδούν. Και μέσα από αυτό, μεταφέρουν αγάπη ακόμα και χωρίς λέξεις.

Όταν τραγουδάμε, αλλάζει κάτι στο σώμα μας σαν να το ξεκλειδώνει η φωνή μας. Η αναπνοή βαθαίνει, η καρδιά συγχρονίζεται με τον ρυθμό, η φωνή δονεί τον θώρακα, το κεφάλι, το στόμα. Είναι σαν να ενεργοποιείται ένα εσωτερικό σύστημα αυτοΐασης. Δεν είναι τυχαίο ότι η μουσικοθεραπεία χρησιμοποιείται σε ανθρώπους που πάσχουν από άνοια ή κατάθλιψη, ανθρώπους που βιώνουν ψυχικά τραύματα, αλλά ακόμα και σε χειρουργεία κατά τη διάρκεια των επεμβάσεων. Ακόμα και αν δεν έχεις λάβει μουσική εκπαίδευση, η ίδια σου η φωνή λειτουργεί ως εργαλείο θεραπείας. Όταν την αφήνεις να βγει ελεύθερα, άφοβα, χωρίς να την κρίνεις, τότε επιτρέπεις στον εαυτό σου να εκφραστεί με ολόκληρη την ύπαρξή του, όχι μόνο με το μυαλό, αλλά και με την καρδιά και το σώμα.

Η σύνδεση που νιώθεις με το τραγούδι κάποιες φορές είναι ανεξήγητη, ακόμα και όταν ακούς κάποιον άλλο να τραγουδάει. ≪Με άγγιξε αυτό το τραγούδι… ήταν σαν να το είχα γράψει εγώ≫. Ίσως γιατί αυτό το τραγούδι είναι ένας τρόπος να δεις τον εαυτό σου έξω από σένα, αντικατοπτρισμένο. Γίνεται σύμμαχός σου. Ταυτίζεσαι χωρίς να αναλύεις το γιατί. Απλώς νιώθεις. Δεν είσαι μόνος με ό,τι  αισθάνεσαι. Νιώθεις ότι και κάποιος άλλος έχει πονέσει, έχει αγαπήσει, έχει νιώσει όπως εσύ. Απόλαυσε το να τραγουδάς. Απλά και ίσως άτεχνα. Όχι για να σε ακούσουν, αλλά για να ξεθυμάνει κάτι μέσα σου. Είναι μια πράξη βαθιάς ειλικρίνειας και αποδοχής. Είναι σαν να λες: ≪Είμαι εδώ και το βιώνω, το νιώθω≫. Προσπάθησε να τραγουδήσεις έστω και ένα απλό ≪λαλαλα≫, και ξέρεις τι θα γίνει; Δεν θα είσαι πια σιωπηλός απέναντι στον εαυτό σου. Και ξέρεις κάτι ακόμα; Αυτό το μικρό βήμα μπορεί να είναι η αρχή ενός διαλόγου με τον εαυτό σου για πολύ σοβαρότερα θέματα που θέλεις να αντιμετωπίσεις και διστάζεις καιρό. Ένα τεράστιο βήμα, μια συνειδητή πράξη αυτοθεραπείας.

Θα υπάρχουν μέρες που δεν θα έχεις καθόλου όρεξη για τίποτα. Μέρες που θα νιώθεις ένα βάρος στο στήθος, που μπορεί και να μην καταλαβαίνεις πώς προέκυψε. Μια γενική κόπωση σαν μια υπόγεια θλίψη, με ή χωρίς λόγο, που σέρνεται, δεν φωνάζει, αλλά υπάρχει. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, δοκίμασε να κάνεις την ανατροπή. Άνοιξε το στόμα σου και αποφάσισε να τραγουδήσεις. Δειλά δειλά στην αρχή και ίσως με φωνή σπασμένη ή πιο κοντά σε αναστεναγμό παρά σε μελωδία.

Όσο το επιχειρείς όμως, τόσο η φωνή θα ενισχύεται, γιατί η εσωτερική σου ανάγκη για εκτόνωση θα είναι μεγαλύτερη, και ας μην το έχεις συνειδητοποιήσει τη δεδομένη στιγμή. Θα παρατηρήσεις (εκ των υστέρων) ότι την ώρα που τραγουδούσες, δεν σκεφτόσουν τίποτα! Ούτε ≪τι κάνω;≫ ούτε ≪τι θα πει ο γείτονας;≫ Ήσουν απλώς εκεί. Σαν να γύρισε κάτι στη θέση του και σε έκανε να νιώσεις πιο ανάλαφρα. Αυτό που σε ≪ξύπνησε≫ δεν ήταν η δύναμή σου, αλλά ο ήχος σου και οι δονήσεις σου. Γιατί το τραγούδι σου δεν είναι μόνο εξωστρέφεια, αλλά και μια μορφή επανασύνδεσης με το μέσα σου.

Έχεις παρατηρήσει ότι, ακόμα και αν ένας μόνο από την παρέα ξεκινήσει να σιγοψιθυρίζει μία μελωδία, ακολουθούν σιγά σιγά και οι υπόλοιποι; Αυτή η τάση από μόνη της μαρτυρά την κοινωνική σύνδεση που αναπτύσσεται και μας καθησυχάζει. Το τραγούδι γίνεται το μέσο που φέρνει κοντά τόσο τους ανθρώπους στην ίδια παρέα, όσο και πολλές διαφορετικές άγνωστες μεταξύ τους παρέες, που όμως τραγουδούν την ίδια μελωδία.

Έτσι αυθόρμητα δημιουργούνται ομάδες και καλλιεργείται η αίσθηση της κοινότητας.__